αδιαθεσία

Μεταφράσεις

αδιαθεσία

indispositionindispositionמחלהнедомогание (aðjaθe'sia)
ουσιαστικό θηλυκό
1. δυσφορία Αισθάνθηκε αδιαθεσία και πήγε στο νοσοκομείο. Συνήλθε από την αδιαθεσία του.
2. η περίοδος Η αδιαθεσία εμφανίζεται κάθε μήνα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close