αδιαθετώ

Μεταφράσεις

αδιαθετώ

(aðjaθe'to)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
έχω περίοδο (για γυναίκα) Αδιαθέτησα με καθυστέρηση.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close