αδιαμαρτύρητα

Μεταφράσεις

αδιαμαρτύρητα

(aðjamar'tirita)
επίρρημα
χωρίς να δυσανασχετώ Δουλεύει από το πρωί αδιαμαρτύρητα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close