αδιαπέραστος

(προωθήθηκε από αδιαπέραστη)
Μεταφράσεις

αδιαπέραστος

(aðja'perastos) αρσενικό

αδιαπέραστη

(aðja'perasti) θηλυκό

αδιαπέραστο

imperméable (aðja'perasto) ουδέτερο
επίθετο
1. πολύ πυκνός αδιαπέραστο δάσος
2. μεταφορικά ανέκφραστος, αινιγματικός αδιαπέραστο βλέμμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close