| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.428.938 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αδιαφορώ |
0,02 sec. |
|
αδιαφορώ ρ αμετβ αδιαφορώ [aðjafo'ro] 1 δεν ενδιαφέρομαι ne pas s'intéresserne pas se soucier 2 δε νοιάζομαι être insensible à qqch Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|