| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.725.824 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αδικαιολόγητος |
0,02 sec. |
|
αδικαιολόγητος unjustifiable επίθ α / θ / ουδ αδικαιολόγητος, αδικαιολόγητη, αδικαιολόγητο [aðiceo'loʝitos, aðiceo'loʝiti, aðiceo'loʝito] 1 που δεν εξηγείται λογικά injustifié/-iéeinfondé/-ée αδικαιολόγητος φόβος une peur injustifiée 2 ασυγχώρητος inexcusableimpardonnable αδικαιολόγητο λάθος une erreur inexcusable Είσαι αδικαιολόγητος. Tu es impardonnable. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|