| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.887.660.719 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αδικαιολόγητος |
0,01 sec. |
|
|
αδικαιολόγητος unjustifiable ingiusta injuste bezpodstawnego неоснователно injusto ungerecht 부당한
επίθ α / θ / ουδ αδικαιολόγητος, αδικαιολόγητη, αδικαιολόγητο [aðiceo'loʝitos, aðiceo'loʝiti, aðiceo'loʝito] 1 που δεν εξηγείται λογικά injustifié/-iéeinfondé/-ée αδικαιολόγητος φόβος une peur injustifiée 2 ασυγχώρητος inexcusableimpardonnable αδικαιολόγητο λάθος une erreur inexcusable Είσαι αδικαιολόγητος. Tu es impardonnable. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|