| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.887.661.559 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αδικώ |
0,01 sec. |
|
|
αδικώ
ρ μετβ αδικώ [aði'ko] 1 φέρομαι άδικα σε κπ être injuste Ο καθηγητής του τον αδίκησε. Son professeur a été/s'est montré injuste envers lui. 2 υποτιμώ sous-estimer αδικώ τη νοημοσύνη κάποιου sous-estimer l'intelligence de qqn Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|