αδικώ

Μεταφράσεις

αδικώ

(aði'ko)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. φέρομαι άδικα σε κπ Ο καθηγητής του τον αδίκησε.
2. υποτιμώ αδικώ τη νοημοσύνη κάποιου
3. δεν κολακεύω Αυτό το χτένισμα σε αδικεί.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close