αδιόρατος

(προωθήθηκε από αδιόρατο)
Μεταφράσεις

αδιόρατος

(aði'oratos) αρσενικό

αδιόρατη

(a'ðjorati) θηλυκό

αδιόρατο

(a'ðjorato) ουδέτερο
επίθετο
αμυδρός, ανεπαίσθητος αδιόρατο χαμόγελο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close