| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.887.662.354 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αδιόρθωτος |
0,01 sec. |
|
|
αδιόρθωτος incorrigible incorrigible תקנה
επίθ α / θ / ουδ αδιόρθωτος, αδιόρθωτη, αδιόρθωτο [aði'orθotos, aði'orθoti, aði'orθoto] 1 που κάνει τα ίδια λάθη incorrigible αδιόρθωτος ψεύτης un menteur incorrigible Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|