Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.129.100 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

αδρανής

0,09 sec.
αδρανής inert, idle inerte, oisif عَاطِل nečinný ledig untätig ocioso joutilas besposlen pigro 何もしない 놀고 있는 inactief uvirksom bezczynny inactivo, inativo бесполезный sysslolös เกียจคร้าน boş nhàn rỗi 懒惰的
επίθ αδρανής, αδρανές [aðra'nis, aðra'nes]
1 που δεν κάνει τίποτα inactif/-ive
μένω αδρανής rester inactif
αδρανές μέλος ομάδας un membre inactif d'une équipe
2 που δε λειτουργεί mort
αδρανές σύστημα un système inactif


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρ Όροι χρήσης.