αδρανώ

Μεταφράσεις

αδρανώ

(aðra'no)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
κρατάω παθητική στάση Οι αρχές αδρανούν.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close