αδύναμος

(προωθήθηκε από αδύναμο)
Μεταφράσεις

αδύναμος

(a'ðinamos) αρσενικό

αδύναμη

(a'ðinami) θηλυκό

αδύναμο

weak, feeble, frail, powerlessضَعِيفslabýsvagschwachdébilheikkofaibleslabdebole弱い약한zwaksvaksłabyfracoслабыйsvagอ่อนแอzayıfyếu弱的слабחלש (a'ðinamo) ουδέτερο
επίθετο
που δεν έχει δύναμη αδύναμος οργανισμός είμαι σωματικά αδύναμος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close