αδύνατος

(προωθήθηκε από αδύνατη)
Μεταφράσεις

αδύνατος

(a'ðinatos) αρσενικό

αδύνατη

(a'ðinati) θηλυκό

αδύνατο

impossible, weak, puny, thinimpossible, menuimpossível, magroرَقِيقhubenýtynddünndelgadolaihamršavmagro細い마른duntynnszczupłyхудойsmalผอมzayıfốm瘦的 (a'ðinato) ουδέτερο
επίθετο
1. πολύ λεπτός Είσαι πολύ αδύνατη, τρώγε περισσότερο.
2. που δεν αποδίδει Είναι αδύνατος στα μαθηματικά. Η αριθμητική είναι το αδύνατό της σημείο.
3. που δεν μπορεί να ισχύει είναι αδύνατον να Αδύνατον!
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close