αεικίνητος

(προωθήθηκε από αεικίνητη)
Μεταφράσεις

αεικίνητος

(ai'cinitos) αρσενικό

αεικίνητη

(ai'ciniti) θηλυκό

αεικίνητο

en mouvement continu, en mouvement perpétuel, agitéقَلِقneklidnýhvileløsruhelosrestlessinquietolevotonnemiranirrequieto落ち着かない불안한rusteloosrastløsniespokojnyinquietoбеспокойныйrastlösเบื่อและไม่พอใจhuzursuzbất ổn不安宁的 (ai'cinito) ουδέτερο
επίθετο
που δε σταματάει να κινείται Είναι αεικίνητος παρά την ηλικία του.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close