Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.887.677.220 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

αεραγωγός

0,01 sec.
αεραγωγός فتحة التوصيل
αεραγωγός odtok
αεραγωγός afløb
αεραγωγός Abflussloch
αεραγωγός drain, plughole
αεραγωγός desagüe
αεραγωγός viemäriaukko
αεραγωγός bonde
αεραγωγός utičnica
αεραγωγός scarico
αεραγωγός 排水口
αεραγωγός 마개 구멍
αεραγωγός afvoer
αεραγωγός avløp
αεραγωγός otwór odpływowy
αεραγωγός escoadouro, ralo
αεραγωγός avloppshål
αεραγωγός รูที่ให้น้ำไหลออก
αεραγωγός musluk deliği
αεραγωγός lỗ thoát nước
αεραγωγός 插孔


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.