| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.627.463 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αεροπλάνο |
0,03 sec. |
|
αεροπλάνο Flugzeug aeroplane, airplane, plane aeroplano avión aéroplane, avion מטוס aereo, aeroplano vliegtuig samolot аэроплан, самолёт, самолет авион طائرة letadlo fly lentokone avion 飛行機 비행기 fly avião flygplan เครื่องบิน uçak máy bay 飞机 ουσ ουδ αεροπλάνο [aero'plano] εναέριο μέσο συγκοινωνίας avion Tο αεροπλάνο απογειώνεταιπροσγειώνεται. L'avion décolle/atterrit. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|