Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.062.731 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

αεροπορία

0,07 sec.
αεροπορία aviation, Air Force aviación, ejército del aire, fuerza aérea aviation, armée de l’air lotnictwo, Siły Powietrzne авиация, военно-воздушные силы авијација سلاح الطيران vojenské letectvo luftvåben Luftwaffe ilmavoimat zrakoplovstvo aeronautica militare 空軍 공군 luchtmacht flyvåpen Força Aérea Flygvapen กองทัพอากาศ Hava Kuvvetleri Lực lượng Không quân 空军
ουσ θ αεροπορία [aeropo'ria]
το σύνολο των αεροπλάνων μιας χώρας aviation
πολεμική αεροπορία l'aviation de guerre


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρ Όροι χρήσης.