αεροπορικώς

Μεταφράσεις

αεροπορικώς

aviadileavion (aeropori'kos)
επίρρημα
με το αεροπλάνο ταξιδεύω αεροπορικώς
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close