αεροπόρος

Μεταφράσεις

αεροπόρος

aviateurлётчикaviatorالطيار (aero'poros)
ουσιαστικό αρσενικό-θηλυκό
1. πιλότος αεροπλάνου το επάγγελμα του αεροπόρου
2. στρατιώτης ή αξιωματικός αεροπορίας Ήταν αεροπόρος στον πόλεμο.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close