Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.724.344.692 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

αεροσκάφος

0,01 sec.
αεροσκάφος aircraft, aeroplane, airplane
αεροσκάφος طائرة
αεροσκάφος letadlo
αεροσκάφος fly
αεροσκάφος Flugzeug
αεροσκάφος aeronave
αεροσκάφος lentokone
αεροσκάφος avion
αεροσκάφος zrakoplov
αεροσκάφος aereo
αεροσκάφος 航空機
αεροσκάφος 항공기
αεροσκάφος vliegtuig
αεροσκάφος luftfartøy
αεροσκάφος statek powietrzny
αεροσκάφος avião
αεροσκάφος самолет
αεροσκάφος flygplan
αεροσκάφος สิ่งต่างๆ ที่สร้างสำหรับการบินเช่น เครื่องบินหรือเครื่องร่อน
αεροσκάφος uçak
αεροσκάφος máy bay
αεροσκάφος 飞机


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.