| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.887.693.080 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αερόστατο |
0,01 sec. |
|
|
αερόστατο balloon, hot-air balloon aerostato aérostat, ballon, montgolfière luftballong 气球 氣球 バルーン
ουσ ουδ αερόστατο [ae'rostato] ιπτάμενο μπαλόνι με καλάθι για επιβάτες montgolfière Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|