| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.583.210 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αετός |
0,07 sec. |
|
αετός орел Aquila orel Ørnen, ørn Aar, Adler Aquila, eagle Aglo águila, Aquila kotkas عقاب kotka Aigle, aigle נשר Orao, orao sas Aquila, elang örn Aquila, aquila わし座, 鷲, ワシ 독수리자리, 독수리 aquila Erelis adelaar, Arend ørn orzeł águia, Aquila acvilă, Vulturul Орёл, орел Orol orel, orlica örn, Örnen กลุ่มดาวนกอินทรี, นกอินทรีย์ Aquila, kartal Орел 天鷹座, 雕 عُقاب đại bàng α ουσ αετός, αητός [ae'tos, ai'tos] 2 χαρταετός cerf-volant Πάμε να πετάξουμε τον αετό μας. Allons lancer notre cerf-volant. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|