Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.723.583.210 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

αετός

0,07 sec.
αετός орел Aquila orel Ørnen, ørn Aar, Adler Aquila, eagle Aglo águila, Aquila kotkas عقاب kotka Aigle, aigle נשר Orao, orao sas Aquila, elang örn Aquila, aquila わし座, 鷲, ワシ 독수리자리, 독수리 aquila Erelis adelaar, Arend ørn orzeł águia, Aquila acvilă, Vulturul Орёл, орел Orol orel, orlica örn, Örnen กลุ่มดาวนกอินทรี, นกอินทรีย์ Aquila, kartal Орел 天鷹座, عُقاب đại bàng
α ουσ αετός, αητός [ae'tos, ai'tos]
1 αρπακτικό πουλί faucon
Ο αετός είναι αρπακτικό πουλί. L'aigle est un rapace.
2 χαρταετός cerf-volant
Πάμε να πετάξουμε τον αετό μας. Allons lancer notre cerf-volant.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.