| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.887.700.311 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αηδιάζω |
0,01 sec. |
|
|
αηδιάζω disgust dégoûter, écœurer
ρ μετβ αηδιάζω [aiði'azo] ρ αμετβ αηδιάζω αισθάνομαι αηδία για κτκπ être dégoûté/-éeêtre écœuré/-ée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|