αηδιάζω

Μεταφράσεις

αηδιάζω

(aiði'azo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
προκαλώ αποστροφή, απέχθεια σε κπ Το γάλα με αηδιάζει. Οι τρόποι του με αηδιάζουν.

αηδιάζω

disgustdégoûter, écœurer
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
αισθάνομαι αηδία για κτκπ Μόνο που το βλέπω αηδιάζω.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close