αηδιαστικός

(προωθήθηκε από αηδιαστική)
Μεταφράσεις

αηδιαστικός

(aiðjasti'kos) αρσενικό

αηδιαστική

(aiðjasti'ci) θηλυκό

αηδιαστικό

disgusting, foul, revolting, sickeningécœurant, dégoûtantمُثِيرٌ لِلاِشْمِئْزاز, مُقْرِفnechutnýfrastødende, modbydeligekelhaft, widerlichrepugnanteiljettävä, kuvottavaodvratandisgustosoむかむかする, 吐き気をもよおさせる구역질나는, 불쾌감을 주는walgelijk, ziekmakendmotbydelig, vemmeligmdlący, obrzydliwynojento, repugnanteотвратительный, тошнотворныйäcklig, vämjeligน่าสะอิดสะเอียนiğrenç, mide bulandırıcıghê tởm, kinh tởm令人作呕的, 令人厌恶的 (aiðjasti'ko) ουδέτερο
επίθετο
σιχαμερός, αποκρουστικός αηδιαστική μυρωδιά Eίναι αηδιαστικός αυτός ο τύπος.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close