Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.772.923.668 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

αηδιαστικός

0,03 sec.
αηδιαστικός disgusting, foul, revolting, sickening écœurant, dégoûtant مثير للاشمئزاز, مُمْرِض nechutný, odporný frastødende, modbydelig ekelhaft, widerlich repugnante iljettävä, kuvottava odvratan disgustoso むかむかする, 吐き気をもよおさせる 구역질나는, 불쾌감을 주는 walgelijk, ziekmakend motbydelig, vemmelig mdlący, obrzydliwy nojento, repugnante отвратительный, тошнотворный äcklig, vämjelig น่าสะอิดสะเอียน iğrenç, mide bulandırıcı ghê tởm, kinh tởm 令人作呕的, 令人厌恶的
επίθ α / θ / ουδ αηδιαστικός, αηδιαστική, αηδιαστικό [aiðjasti'kos, aiðjasti'ci, aiðjasti'ko]
σιχαμερός, αποκρουστικός écœurant/-antedégoûtant/-anterépugnant/-ante
αηδιαστική μυρωδιά une odeur écœurante
Eίναι αηδιαστικός αυτός ο τύπος. Ιl est répugnant ce type.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.