| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.887.701.405 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αηδιαστικός |
0,01 sec. |
|
|
αηδιαστικός disgusting, foul, revolting, sickening écœurant, dégoûtant مثير للاشمئزاز, مُمْرِض nechutný, odporný frastødende, modbydelig ekelhaft, widerlich repugnante iljettävä, kuvottava odvratan disgustoso むかむかする, 吐き気をもよおさせる 구역질나는, 불쾌감을 주는 walgelijk, ziekmakend motbydelig, vemmelig mdlący, obrzydliwy nojento, repugnante отвратительный, тошнотворный äcklig, vämjelig น่าสะอิดสะเอียน iğrenç, mide bulandırıcı ghê tởm, kinh tởm 令人作呕的, 令人厌恶的
Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|