| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.332.831 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αθάνατος |
0,02 sec. |
|
αθάνατος immortal бессмертный επίθ α / θ / ουδ αθάνατος, αθάνατη, αθάνατο [a'θanatos, a'θanati, a'θanato] 1 που δεν πεθαίνει ποτέ immortel/-elle Η ψυχή είναι αθάνατη. L'âme est immortelle. 2 που αντέχει στο χρόνο immortel Το έργο του είναι αθάνατο. Son œuvre est immortelle. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|