| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.887.702.275 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αθάνατος |
0,03 sec. |
|
|
αθάνατος immortal бессмертный immortale immortel inmortal الخالد 不朽 不朽 불멸의
επίθ α / θ / ουδ αθάνατος, αθάνατη, αθάνατο [a'θanatos, a'θanati, a'θanato] 1 που δεν πεθαίνει ποτέ immortel/-elle Η ψυχή είναι αθάνατη. L'âme est immortelle. 2 που αντέχει στο χρόνο immortel Το έργο του είναι αθάνατο. Son œuvre est immortelle. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|