αθεράπευτος

(προωθήθηκε από αθεράπευτο)
Μεταφράσεις

αθεράπευτος

(aθe'rapeftos) αρσενικό

αθεράπευτη

(aθe'rapefti) θηλυκό

αθεράπευτο

(aθe'rapefto) ουδέτερο
επίθετο
1. αγιάτρευτος αθεράπευτη αρρώστια
2. μεταφορικά που δε βελτιώνεται η κατάστασή του αθεράπευτος ψεύτης
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close