αθυρόστομος

(προωθήθηκε από αθυρόστομο)
Μεταφράσεις

αθυρόστομος

(aθi'rostomos) αρσενικό

αθυρόστομη

(aθi'rostomi) θηλυκό

αθυρόστομο

(aθi'rostomo) ουδέτερο
επίθετο
που χρησιμοποιεί τολμηρές εκφράσεις στο λόγο του
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close