αθώος

(προωθήθηκε από αθώο)
Μεταφράσεις

αθώος

(a'θoos) αρσενικό

αθώα

(a'θoa) θηλυκό

αθώο

innocentnaivega, senkulpa, senpekainnocent無罪, 潔白なبَرِيءٌnevinnýuskyldigunschuldiginocentesyytönnevininnocente순결한onschuldiguskyldigniewinnyinocenteневиновныйoskyldigไร้เดียงสาmasumngây thơ无辜的, 无辜невиненחפים מפשע無辜 (a'θoo) ουδέτερο
επίθετο
1. που δεν είναι ένοχος Ο κατηγορούμενος είναι αθώος.
2. αγνός, απονήρευτος αθώο χαμόγελο
3. χωρίς σοβαρές επιπτώσεις αθώο αστείο αθώο τραύμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close