αιδοίο

Μεταφράσεις

αιδοίο

vulva, pudendumvulvaвульва (e'ðio)
ουσιαστικό ουδέτερο
το γυναικείο γεννητικό όργανο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close