αιθέριος

(προωθήθηκε από αιθέριο)
Μεταφράσεις

αιθέριος

(e'θerios) αρσενικό

αιθέρια

(e'θerja) θηλυκό

αιθέριο

essentiel (e'θerjo) ουδέτερο
επίθετο
1. μεταφορικά ανάλαφρος αιθέρια ύπαρξη
2. αρωματικά φυτικά αποστάγματα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close