αιμοδότης

(προωθήθηκε από αιμοδότρια)
Μεταφράσεις

αιμοδότης

(emo'ðotis) αρσενικό

αιμοδότρια

donneur de sang, donneuse de sang (emo'ðotria) θηλυκό
ουσιαστικό
που προσφέρει το αίμα του
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close