| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.163.843 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αιμορραγία |
0,01 sec. |
|
αιμορραγία Blutung bleeding, haemorrhage, hemorrhage hemorragia hémorragie emorragia hemorragia ουσ θ αιμορραγία [emora'ʝia] ροή αίματος hémorragie; fuite sanguine εσωτερική αιμορραγία une hémorragie interne Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|