αινιγματικός

(προωθήθηκε από αινιγματικό)
Μεταφράσεις

αινιγματικός

(eniɣmati'kos) αρσενικό

αινιγματική

(eniɣmati'ci) θηλυκό

αινιγματικό

enigmatic, mysteriousénigmatiqueTajemnýenigmáticoenigmatica수수께끼 (eniɣmati'ko) ουδέτερο
επίθετο
μυστηριώδης αινιγματικό χαμόγελο αινιγματικά λόγια
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close