αισθησιακός

(προωθήθηκε από αισθησιακή)
Μεταφράσεις

αισθησιακός

(esθisia'kos) αρσενικό

αισθησιακή

(esθisia'ci) θηλυκό

αισθησιακό

sensuelsensualsensuelالحسيةsinnlichsensuellsensualesensualчувственчувственныйsensual (esθisia'ko) ουδέτερο
επίθετο
που προκαλεί ερωτική διάθεση αισθησιακή σκηνή αισθησιακή γυναίκα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close