αισθητική

Μεταφράσεις

αισθητική

aestheticsesthétique
ουσιαστικό θηλυκό
1. η αντίληψη για το ωραίο η σύγχρονη αισθητική
2. σύνολο αισθητικών κανόνων η αισθητική ενός σπιτιού
3. φροντίδα σχετική με τη διατήρηση της ανθρώπινης ομορφιάς ινστιτούτο αισθητικής
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close