αισθητικός

Μεταφράσεις

αισθητικός

(esθiti'kos) αρσενικό

αισθητική

(esθiti'ci) θηλυκό

αισθητικό

(esθitikó)
επίθετο
που έχει σχέση με το ωραίο σύμφωνα με τα αισθητικά κριτήρια έχω ανεπτυγμένο αισθητικό κριτήριο
για τη βελτίωση της ανθρώπινης εμφάνισης

αισθητικός

beautician, aestheticesthéticien, esthéticienne, esthétiqueэстетический
ουσιαστικό αρσενικό-θηλυκό
ειδικός για την ομορφιά του προσώπου ή του σώματος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close