| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.024.446 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αισθητός |
0,03 sec. |
|
αισθητός sensible, apercevable, remarquable appreciable, perceptible, noticeable ملحوظ patrný påfaldende erkennbar perceptible huomattava primjetan evidente 目立つ 현저한 merkbaar merkbar godny uwagi notável достойный внимания märkbar ที่สังเกตเห็นได้ dikkat çeken dễ nhận thấy 显而易见的 επίθ α / θ / ουδ αισθητός, αισθητή, αισθητό [esθi'tos, esθi'ti, esθi'to] 1 που γίνεται αντιληπτός perçu/-ueperceptible ελαφρά αισθητός σεισμός un tremblement de terre à peine perceptible 2 που είναι σημαντικός sensible αισθητή βελτίωση une amélioration sensible έχω αισθητή επίπτωση σε avoir une répercussion sensible sur Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|