Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.024.446 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

αισθητός

0,03 sec.
αισθητός sensible, apercevable, remarquable appreciable, perceptible, noticeable ملحوظ patrný påfaldende erkennbar perceptible huomattava primjetan evidente 目立つ 현저한 merkbaar merkbar godny uwagi notável достойный внимания märkbar ที่สังเกตเห็นได้ dikkat çeken dễ nhận thấy 显而易见的
επίθ α / θ / ουδ αισθητός, αισθητή, αισθητό [esθi'tos, esθi'ti, esθi'to]
1 που γίνεται αντιληπτός perçu/-ueperceptible
Η αμηχανία τους έγινε αισθητή στο κοινό. Leur malaise a été perçu par le public.
ελαφρά αισθητός σεισμός un tremblement de terre à peine perceptible
2 που είναι σημαντικός sensible
αισθητή βελτίωση une amélioration sensible
έχω αισθητή επίπτωση σε avoir une répercussion sensible sur


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.