αισθητός

Μεταφράσεις

αισθητός

(esθi'tos) αρσενικό

αισθητή

(esθi'ti) θηλυκό

αισθητό

sensible, apercevable, remarquableappreciable, perceptible, noticeableمَلْحُوظٌpatrnýpåfaldendeerkennbarperceptiblehuomattavaprimjetanevidente目立つ현저한merkbaarmerkbargodny uwaginotável, feltroдостойный вниманияmärkbarที่สังเกตเห็นได้dikkat çekendễ nhận thấy显而易见的, 感觉感覺חש (esθi'to) ουδέτερο
επίθετο
1. που γίνεται αντιληπτός Η αμηχανία τους έγινε αισθητή στο κοινό. ελαφρά αισθητός σεισμός
2. που είναι σημαντικός αισθητή βελτίωση έχω αισθητή επίπτωση σε
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close