Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.066.711 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

αισιόδοξος
(προωθήθηκε από αισιόδοξο)

0,07 sec.
αισιόδοξος optimist, hopeful, optimistic متفائل, واعِد nadějný, optimistický forhåbningsfuld, optimistisk hoffnungsvoll, optimistisch esperanzado, optimista optimistinen, toiveikas optimiste optimističan ottimista, speranzoso 希望が持てる, 楽観的な 낙천적인, 희망적인 hoopvol, optimistisch forventningsfull, optimistisk optymistyczny, pełny nadziei esperançoso, optimista, otimista надеющийся, оптимистичный hoppfull, optimistisk โดยคาดหวังสิ่งที่ดี, มีความหวัง iyimser, umutlu đầy hy vọng, lạc quan 乐观的, 有希望的
επίθ α / θ / ουδ αισιόδοξος, αισιόδοξη, αισιόδοξο [esi'oðoksos, esi'oðoksi, esi'oðokso]
1 που έχει την τάση να ελπίζει optimiste
Είμαι αισιόδοξη για τη συνέχεια. Je suis optimiste pour la suite.
2 που δίνει ελπίδες optimiste
αισιόδοξο μήνυμα un message optimiste


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρ Όροι χρήσης.