αισιόδοξος

(προωθήθηκε από αισιόδοξο)
Μεταφράσεις

αισιόδοξος

(esi'oðoksos) αρσενικό

αισιόδοξη

(esi'oðoksi) θηλυκό

αισιόδοξο

optimist, hopeful, optimisticآمِل, مُتَفَائِلًnadějný, optimistickýforhåbningsfuld, optimistiskhoffnungsvoll, optimistischoptimista, esperanzadooptimistinen, toiveikasoptimisteoptimističanottimista, speranzoso希望が持てる, 楽観的な낙천적인, 희망적인hoopvol, optimistischforventningsfull, optimistiskoptymistyczny, pełny nadzieiesperançoso, otimistaнадеющийся, оптимистичныйhoppfull, optimistiskโดยคาดหวังสิ่งที่ดี, มีความหวังiyimser, umutluđầy hy vọng, lạc quan乐观的, 有希望的, 乐观樂觀אופטימי (esi'oðokso) ουδέτερο
επίθετο
1. που έχει την τάση να ελπίζει Είμαι αισιόδοξη για τη συνέχεια.
2. που δίνει ελπίδες αισιόδοξο μήνυμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close