| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.887.738.656 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αισιόδοξος |
0,01 sec. |
|
|
αισιόδοξος optimist, hopeful, optimistic متفائل, واعِد nadějný, optimistický forhåbningsfuld, optimistisk hoffnungsvoll, optimistisch esperanzado, optimista optimistinen, toiveikas optimiste optimističan ottimista, speranzoso 希望が持てる, 楽観的な 낙천적인, 희망적인 hoopvol, optimistisch forventningsfull, optimistisk optymistyczny, pełny nadziei esperançoso, optimista, otimista надеющийся, оптимистичный hoppfull, optimistisk โดยคาดหวังสิ่งที่ดี, มีความหวัง iyimser, umutlu đầy hy vọng, lạc quan 乐观的, 有希望的, 乐观 樂觀 אופטימי
Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|