| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.221.748 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αιτία |
0,02 sec. |
|
αιτία cause, reason kaŭzo cause, raison cauză разлог سبب, مُبَّرر důvod, příčina årsag, grund Beweggrund, Ursache causa, razón syy razlog causa, ragione 理由 원인, 이유 reden årsak, grunn powód causa, razão причина orsak เหตุผล, เหตุผลที่ดี mantık, neden lý do, nguyên do 原因, 理由 ουσ θ αιτία [e'tia] Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|