αιτιολογώ

Μεταφράσεις

αιτιολογώ

rationalize (etiolo'ɣo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
δίνω επιχειρήματα, δικαιολογώ αιτιολογώ την απόφασή μου αιτιολογώ τη συμπεριφορά μου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close