| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.349.745 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αιφνιδιάζω |
0,02 sec. |
|
αιφνιδιάζω surprise, stun, startle surprendre, faire sursauter يُرَوْع فجأة vylekat overraske erschrecken sobresaltar pelästyttää prepasti sorprendere びっくりさせる 깜짝 놀라게 하다 doen schrikken skremme zaskoczyć assustar испугать skrämma สะดุ้ง irkilmek làm giật mình 震惊 ρ μετβ αιφνιδιάζω [efniði'azo] 1 εκπλήσσω prendre au dépourvu/à l'improvistesurprendre 2 εμφανίζομαι απροειδοποίητα surprendre αιφνιδιάζω τον εχθρό surprendre l'ennemi Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|