αιφνιδιάζω

Μεταφράσεις

αιφνιδιάζω

surprise, stun, startlesurprendre, faire sursauterيُذْهِلُvylekatoverraskeerschreckensobresaltarpelästyttääprepastisorprendereびっくりさせる깜짝 놀라게 하다doen schrikkenskremmezaskoczyćassustarиспугатьskrämmaทำให้สะดุ้งirkilmeklàm giật mình震惊 (efniði'azo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. εκπλήσσω Μας αιφνιδίασε με την απόφασή του.
2. εμφανίζομαι απροειδοποίητα αιφνιδιάζω τον εχθρό
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close