αιφνιδιαστικός


Αναζητήσεις σχετικές με αιφνιδιαστικός: συγκατάβαση
Μεταφράσεις

αιφνιδιαστικός

(efniðjasti'kos) αρσενικό

αιφνιδιαστική

(efniðjasti'ci) θηλυκό

αιφνιδιαστικό

(efniðjasti'ko) ουδέτερο
επίθετο
που συμβαίνει χωρίς προειδοποίηση αιφνιδιαστική επίθεση αιφνιδιαστικός έλεγχος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close