| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.887.754.742 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αιχμάλωτος |
0,01 sec. |
|
|
αιχμάλωτος prisonnier captive prigioniero заключенный gevangene prisioneiro سجين więzień затворник 囚犯 Gefangener 囚犯 vězeň fange Vanki אסיר 囚人 죄수 fånge นักโทษ
επίθ α / θ / ουδ αιχμάλωτος, αιχμάλωτη, αιχμάλωτο [ex'malotos, ex'maloti, ex'maloto] 1 που έχει αιχμαλωτιστεί prisonnier/-ière αιχμάλωτος πολέμου un prisonnier de guerre 2 που έχει εθιστεί σε κτ prisonnier Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|