αιχμάλωτος

Μεταφράσεις

αιχμάλωτος

(ex'malotos) αρσενικό

αιχμάλωτη

(ex'maloti) θηλυκό

αιχμάλωτο

prisonniercaptivefangevězeňprisioneiroسجينאסיר죄수Vankigevangenefångeзаключенныйprigioniero囚犯นักโทษwięzień囚人затворникGefangener囚犯 (ex'maloto) ουδέτερο
επίθετο
1. που έχει αιχμαλωτιστεί αιχμάλωτος πολέμου πιάνω κπ αιχμάλωτο
2. μεταφορικά που έχει εθιστεί σε κτ Είναι αιχμάλωτος των παθών του.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close