|
|
αιχμή peak, point, tip, nose pic, pointe, bout, cime, faîte, haut pico Peak picco пик piek الذروة szczyt pico vrchol Peak שיא ピーク 피크 toppουσ θ αιχμή [ex'mi] 1 η μυτερή άκρη αντικειμένου pointe 2 έμμεση κατηγορία εναντίον κπ pique; allusion αφήνωπετάω αιχμές faire allusion/lancer des piques 3 κορύφωση μιας κατάστασης pointe βρίσκομαι στην αιχμή της επικαιρότηταςτεχνολογίας être à la pointe de l'actualité/de la technologie η ώρα της αιχμής με τη μεγαλύτερη κίνηση l'heure de pointe
Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας
|
|