| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.493.608 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αιχμαλωτίζω |
0,03 sec. |
|
αιχμαλωτίζω captivate, capture atrapar, capturar attraper, capturer, saisir يْأسِر zajmout fange einnehmen vangita uhvatiti catturare 捕える 붙잡다 vangen fange zdobyć capturar захватить fånga จับกุม yakalamak bắt giữ 俘获 ρ μετβ αιχμαλωτίζω [exmalo'tizo] 1 στερώ την ελευθερία κπ emprisonner αιχμαλωτίζω ένα πουλί emprisonner un oiseau 2 γοητεύω charmer ομορφιά που αιχμαλωτίζει une beauté captivante Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|