αιχμαλωτίζω

Μεταφράσεις

αιχμαλωτίζω

capture, captivateatrapar, capturarcapturer, attraper, saisirيَأْسِرُzajmoutfangeeinnehmenvangitauhvatiticatturare捕える붙잡다vangenfangeschwytaćcapturarзахватитьfångaจับกุมyakalamakbắt giữ俘获 (exmalo'tizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. στερώ την ελευθερία κπ αιχμαλωτίζω ένα πουλί
2. μεταφορικά γοητεύω ομορφιά που αιχμαλωτίζει
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close