αιχμηρός

(προωθήθηκε από αιχμηρή)
Μεταφράσεις

αιχμηρός

(exmi'ros) αρσενικό

αιχμηρή

(exmi'ri) θηλυκό

αιχμηρό

pointed, trenchant (exmi'ro) ουδέτερο
επίθετο
σουβλερός
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close