αιωνόβιος

(προωθήθηκε από αιωνόβια)
Μεταφράσεις

αιωνόβιος

(eo'novios) αρσενικό

αιωνόβια

(eo'novia) θηλυκό

αιωνόβιο

(eo'novio) ουδέτερο
επίθετο
που ζει πάρα πολλά χρόνια αιωνόβιο δέντρο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close